Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Πέντε χρόνια τώρα ανεχόταν τα βίαια ξεσπάσματα του , γιατί φοβόταν , γιατί δεν είχε που να στραφεί , που να ζητήσει βοήθεια και , ναι , γιατί τον αγαπούσε! Τον αγαπούσε  και λάτρευε τόσο την μικρή Βιργινία που πίστευε πως έπρεπε να υπομένει τα πάντα για χάρη της. Άλλωστε όταν δεν είχε να αντιμετωπίσει τη ζήλεια του , όλα ήταν μια χαρά. Ήταν προστατευτικός , φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτα , κοινωνικός και γλεντζές. Ένας σωστός οικογενειάρχης. Έτσι περνούσαν τα χρόνια , με την ελπίδα πως θα αλλάξουν τα πράγματα και πως επιτέλους θα βίωνε την θαλπωρή και την γαλήνη σε μια οικογένεια ενωμένη και αγαπημένη. Μάταια όμως! Τίποτα δεν άλλαζε και κάθε μέρα φαινόταν πιο βασανιστική , πιο αβέβαιη πιο αβάσταχτη.
   Χαμένη στις σκέψεις της, ξαφνιάστηκε ακούγοντας και πάλι την φωνή του.
«Στεφανία! Σου μιλάω , δεν ακούς; Πάλι βυθισμένη στις ανόητες σκέψεις σου είσαι μου φαίνεται!»
Τον κοίταξε στα μάτια και αμέσως διέκρινε και πάλι αυτήν την λάμψη που πάντα την φόβιζε. Αυτήν την αδιόρατη γυαλάδα στα μάτια του, που προμήνυε πάντα ένα βίαιο και παράλογο ξέσπασμα.
«Άντε, ανόητη, πάρε το μωρό πάλι.Δεν το ακούς που κλαίει; Ξύπνησε και δεν αντέχω τα κλαψουρίσματα του!»
          Το πήρε και πάλι στην αγκαλιά της και το κράτησε σφιχτά σαν να υπήρχε κίνδυνος κάποιος να της το αρπάξει και να εξαφανιστεί μαζί του! Δεν θα άντεχε κάτι τέτοιο! Τα παιδιά της ήταν όλη της η ζωή. Η μόνη της ελπίδα. Ο ένας και μοναδικός λόγος να κάνει κουράγιο και να αντέχει την μιζέρια μέσα στην οποία ζούσε!
          «Που είναι καλέ το αγγελούδι μας: Που είναι το μωρό:» Μια τσιριχτή φωνή ακούστηκε ταυτόχρονα με το άνοιγμα της πόρτας και ένα συνονθύλευμα άλλων φωνών , σαν βουητό απο σμήνος μελισσών, εισέβαλε ακάλεστο μέσα στο δωμάτιο! Πρόσωπα τόσο οικεία μα και τόσο ξένα ταυτόχρονα! Αγκαλιές , φιλιά, ανόητα χαχανητά , ένα τσούρμο που μετά βίας χωρούσε στον μικρό και αποπνικτικό πια θάλαμο. Το σόι!
         «Στεφανία μου, γλυκό μου κοριτσάκι, να σας ζήσει! Που είναι το πουλάκι μου?» ακούστηκε για άλλη μια φορά η τσιριχτή φωνή σαν να μην μπορούσε να διακρίνει την μικροσκοπική φιγούρα στην αγκαλιά της Στεφανίας! Η θεία Ερασμία όρμησε προς το μέρος του μωρού και ήταν το ίδιο ενοχλητική με την διαπεραστική φωνή της, αλλά και τόσο καλή που σου ήταν δύσκολο να της αρνηθείς το παραμικρό. Άρπαξε το μωρό χωρίς δεύτερη κουβέντα από την αγκαλιά της έκπληκτης μητέρας και άρχισε να το φιλά και να το γυρνάει μέσα στο δωμάτιο, επιδεικνύοντας το στους υπόλοιπους σαν να ήταν το πιο πολύτιμο λάφυρο της! «Μα τι όμορφο μωρό είναι αυτό! Τι αγγελούδι!» έλεγε  ξανά κα ξανά δίνοντας την εντύπωση ότι δεν είχε ξαναδεί μωρό. Όμως έτσι ήταν πάντα η θεία Ερασμία… Η υπερβολή προσωποποιημένη.
         «Έλα θεία, δώσε το μωρό στη Στεφανία. Δεν βλέπεις ότι το ταλαιπωρείς;» είπε με κάπως απότομο τρόπο ο Περικλής και αμέσως το βλέμμα της θείας Ερασμίας καρφώθηκε πάνω του. Ένα βλέμμα τόσο θυμωμένο, τόσο υποτιμητικό μα και τόσο αδιάφορο ταυτόχρονα. Γύρισε προς την Στεφανία χωρίς να πει το παραμικρό και της έδωσε το παιδί και στη συνέχεια τους αγκάλιασε και τους δυο τόσο σφιχτά λες και δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ πια.
                   Ένας ένας με την σειρά τους πέρασαν οι υπόλοιποι συγγενείς για να ευχηθούν και αποχώρησαν μέχρι που στο δωμάτιο απόμειναν οι γονείς του ζευγαριού μαζί με την μικρή Βιργινία, που όλη αυτήν την ώρα παρατηρούσε αμίλητη από μακριά τον μικρό της αδερφό. Διστακτικά πλησίασε την μητέρα της και αφού της έδωσε ένα γλυκό φιλί , έστρεψε το πρόσωπό της προς το μικροσκοπικό πλασματάκι, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και ταυτόχρονα σχεδόν ψέλλισε  «Καλώς όρισες μικρέ μου αδελφούλη! Σ’ αγαπώ».
        Η Στεφανία δάκρυσε μόλις άκουσε τα τρυφερά αυτά λόγια από την μικρή της κόρη κι έστρεψε το βλέμμα της προς τον Περικλή. Ένα βλέμμα που έκρυβε μια κραυγή μέσα στην έντασή του. Μια κραυγή γεμάτη πόνο, απόγνωση, απογοήτευση μα και ελπίδα πως ίσως στο εξής τα πράγματα να ήταν καλύτερα για την οικογένειά της. Ίσως ο ερχομός του μωρού να άλλαζε την συμπεριφορά του Περικλή.

         «Πάω να πάρω έναν καφέ» είπε ο Περικλής και γύρισε προς την πόρτα. Λίγο πριν βγει από το δωμάτιο κοντοστάθηκε, γύρισε προς την Ερασμία και την κοίταξε με ένα βλέμμα μακρινό και παγωμένο. Η Σταφανία κατάλαβε για μια ακόμα φορά πως τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει. Έσφιξε στην αγκαλιά της το μωρό και την μικρή Βιργινία κι ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου