Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Δεκαετία ‘90
  Το ξυπνητήρι χτυπούσε ασταμάτητα χωρίς όμως κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ο Έκτορας αδυνατούσε, όχι μόνο να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά ακόμα και να κάνει μία προσπάθεια να σταματήσει τον ενοχλητικό του ήχο. Είναι καιρός τώρα που δεν έχει την παραμικρή διάθεση να κάνει οτιδήποτε. Δεν έχει το κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ξεκινήσει τη μέρα του με ζωντάνια και αισιοδοξία.
  Γιατί; Για ποιον λόγο να ζήσει μια ακόμα βαρετή και άνευ ουσίας μέρα; Μια μέρα χωρίς ενδιαφέρον που στο τέλος της θα αφήσει για άλλη μια φορά την πικρή γεύση του τίποτα; Είναι μήνες τώρα που αισθάνεται να βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στην βαθιά θάλασσα της κατάθλιψης. Δεν μπορεί να βρει έναν, τουλάχιστον έναν, λόγο για να πάρει κουράγιο και να σταθεί στα πόδια του. Δεν υπάρχει κάτι που θα τον κάνει να δει τη ζωή με μια αισιόδοξη ματιά και θα τον ωθήσει να κάνει μια προσπάθεια να διορθώσει ή έστω να αφήσει πίσω του ότι κάνει ανυπόφορη την καθημερινότητά του. Φαίνονται όλα τόσο άσκοπα και τόσο ασήμαντα.
  Το ξυπνητήρι συνεχίζει την δουλειά του, την εκνευριστική δουλειά του, και δεν φτάνει μόνο αυτό! Από την πόρτα ακούγεται και η φωνή της μητέρας του.
-         Έκτορα, δεν το ακούς τόση ώρα που χτυπά; Ξύπνα επιτέλους! Πιο εύκολο είναι να ξυπνήσει η γειτονιά ολόκληρη με τον ήχο του παρά εσύ!
-         Άσε με ρε μάνα…

   Θέλει να φωνάξει, αλλά αντιθέτως απλώνει το χέρι του, κλείνει το ξυπνητήρι και σηκώνεται νωθρά από το κρεβάτι. Δεν μπορεί άλλωστε να κάνει διαφορετικά. Πρέπει να πάει στη δουλειά. Την μισεί την δουλειά του! Μισεί την ρουτίνα της! Μισεί τον τρόπο που όλα λειτουργούν σε αυτήν! Μισεί την… ζωή του!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου