Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

ΧΑΡΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ


ΧΑΡΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΗΣ ΠΟΛΗΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΣΚΟΤΑΔΙ ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΜΟΝΟΥΣ
ΣΕ ΠΟΙΟΝ ΝΑ ΜΙΛΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΙ ΝΑ ΤΟΥ ΠΕΙΣ
ΠΟΥ ΝΟΙΩΘΕΙΣ ΚΟΜΠΑΡΣΟΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΒΟΥΒΗΣ.
ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΦΑΝΤΑΖΟΥΝ ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΒΡΟΧΗΣ
ΚΥΛΑΝΕ ΚΑΙ ΦΤΙΑΧΝΟΥΝ ΠΟΤΑΜΙΑ ΟΡΓΗΣ
ΚΑΙ ΑΦΟΥ ΠΙΑ ΣΕ ΠΝΙΞΟΥΝ, ΣΕ ΑΦΗΝΟΥΝ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ
ΚΑΙ ΟΤΙ ΣΟΥ ΜΕΝΕΙ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟ ΕΝΑ ΔΑΚΡΥ.
ΜΑ ΤΟ ΔΑΚΡΥ ΑΥΤΟ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΤΟ ΚΡΑΤΗΣΕΙΣ
ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΓΕΜΑΤΟ ΜΕ ΓΛΥΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ
ΚΙ ΑΝ ΣΤΟ ΜΑΓΟΥΛΟ ΤΡΕΞΕΙ ΚΑΙ ΣΤΟ ΧΩΜΑ ΚΥΛΗΣΕΙ
ΣΤΗΝ ΣΚΛΗΡΗ ΑΓΚΑΛΙΑ ΤΟΥ Ο ΘΥΜΟΣ ΘΑ ΣΕ ΣΦΙΞΕΙ.

ΜΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΙΣΩΣ ΣΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΠΝΙΓΕΙ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΑΛΛΟ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΩ
ΑΦΟΥ ΕΙΣΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΥ, ΠΟΙΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΖΗΣΩ;

ΧΑΡΑΖΕΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΣΤΙΣ ΑΥΛΕΣ ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΚΗΠΟΥΣ
ΚΙ ΕΓΩ ΜΟΝΟΣ ΜΕΤΡΑΩ ΤΗΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΜΟΥ ΤΟΥΣ ΧΤΥΠΟΥΣ
ΜΙΑΣ ΚΑΡΔΙΑΣ ΠΟΥ ΣΕ ΣΕΝΑ ΘΕΛΩ ΠΑΛΙ ΝΑ ΔΩΣΩ
ΚΙ ΑΣ ΠΟΝΑΩ ΑΚΟΜΑ ΠΟΥ ΜΕ ΠΛΗΓΩΣΕΣ ΤΟΣΟ!
ΑΣ ΜΠΟΡΟΥΣΕΣ ΓΙΑ ΛΙΓΟ, ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΝΑ ΜΕ ΔΕΙΣ
ΣΤΗΣ ΠΑΡΑΝΟΙΑΣ ΤΟΥΣ ΔΡΟΜΟΥΣ ΝΑ ‘ΡΘΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΜΕ ΒΡΕΙΣ
ΚΑΙ ΤΟ ΧΕΡΙ ΝΑ ΑΠΛΩΣΕΙΣ, ΝΑ ΜΕ ΠΑΡΕΙΣ ΚΟΝΤΑ ΣΟΥ
ΔΕΝ ΜΠΟΡΩ, ΔΕΝ ΑΝΤΕΧΩ ΑΛΛΟ ΠΙΑ ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ!
ΣΑΝ ΣΚΙΑ ΤΡΙΓΥΡΝΑΩ ΜΕ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΚΛΕΙΣΤΑ
ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΜΟΥ ΤΑ ΦΩΤΑ ΕΙΝΑΙ ΟΛΑ ΣΒΗΣΤΑ
ΑΠΟ ΣΕΝΑ ΚΑΙ ΜΟΝΟ ΕΞΑΡΤΑΤΑΙ Η ΖΩΗ ΜΟΥ
ΕΙΣΑΙ ΦΩΣ, ΕΙΣΑΙ ΗΛΙΟΣ, ΕΙΣΑΙ Η ΑΝΑΠΝΟΗ ΜΟΥ.


ΜΑ ΤΟ ΞΕΡΩ ΠΩΣ ΙΣΩΣ ΣΤΗΣ ΖΩΗΣ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Ο ΧΑΜΕΝΟΣ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΜΕ ΠΝΙΓΕΙ
ΚΑΙ ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΟΥΡΑΓΙΟ ΑΛΛΟ ΝΑ ΠΟΛΕΜΗΣΩ

ΑΦΟΥ ΕΙΣΑΙ ΜΑΚΡΙΑ ΜΟΥ, ΠΟΙΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΝΑ ΖΗΣΩ
Με αργές και νωχελικές κινήσεις φοράει τα ρούχα που φορούσε και τις προηγούμενες τρεις μέρες χωρίς να τον απασχολεί αν είναι λερωμένα ή μυρίζουν τσιγάρο μιας και είναι βαρύς καπνιστής. Τη σημασία έχει; Έτσι κι αλλιώς τον τελευταίο καιρό δεν τον απασχολεί καθόλου η εμφάνιση του. Δεν έχει την παραμικρή ανάγκη να περιποιηθεί τον εαυτό του. Αφήνεται να βουλιάξει στο τίποτα που τον έχει κυριεύσει τα τελευταία δύο χρόνια. Δεν είχε δώσει σημασία στα σημάδια όταν ξεκίνησε η κατάσταση αυτή. Πώς να δώσει άλλωστε; Μέχρι τότε ήταν όλα μια χαρά. Όλα τα κενά, συναισθηματικά και ψυχολογικά, είχαν επιμελώς καλυφθεί από υλικά αγαθά και επιφανειακές γνωριμίες με άτομα που δεν είχαν τίποτα να του προσφέρουν παρά μόνο περιστασιακή και «φτηνή» διασκέδαση. Υπήρχαν ευτυχώς και δύο παιδικοί φίλοι ο Γιάννης και ο Νίκος, που διατηρούσαν τη συναισθηματική του ισορροπία, καλύπτοντας την ανάγκη του να ανήκει κάπου, σε μια ομάδα, σε μια παρέα.
   Με αργά βήματα πήγε στην κουζίνα να φτιάξει έναν καφέ. Η μάνα του εκεί… Πάντα εκεί…
-         Πάλι αυτά τα ρούχα θα φορέσεις; Τρεις μέρες τα φοράς! Δεν γίνεται να κυκλοφορείς έτσι. Θα λένε ότι είσαι βρωμιάρης.
-         ………………………………………………………………(Σιωπή)
-         Και πως έχεις παχύνει έτσι ρε παιδί μου! Έχεις αφήσει τον εαυτό σου εντελώς. Που θα πάει η κατάσταση αυτή; Θα αρρωστήσεις στο τέλος
-         …………………………………………………………….....(Νέκρα)
-         Θα μπορέσεις να μου πάρεις γάλα και ψωμί καθώς θα γυρνάς;
-         Όχι!
-         Ε βέβαια όχι! Πάντα όχι! Μόλις σου ζητήσω κάτι το μόνο που ξέρεις να λες είναι όχι.
-         Θα με αφήσεις να πιω το γαμωκαφέ ή θα μου ζαλίζεις το κεφάλι με τα ίδια κάθε πρωί;

   Πήρε τον καφέ και τα τσιγάρα και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα, το μόνο μέρος που πάντα έβρισκε την ησυχία του… «Μια ζωή σκατά» σκέφτηκε και ένα μειδίαμα εμφανίστηκε στο πρόσωπο του. «Ζω στα σκατά και ηρεμώ στα σκατά». Έκανε ένα τσιγάρο, ήπιε και λίγο καφέ και αφού έριξε λίγο νερό στο πρόσωπο του βγήκε, πήγε στο δωμάτιο του, πήρε τα πράγματά του κι έφυγε για τη δουλειά.

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Mr. Mister - Broken Wings

Chris Isaak - Wicked Game HD

a-ha - Hunting High And Low

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ


Δεκαετία ‘90
  Το ξυπνητήρι χτυπούσε ασταμάτητα χωρίς όμως κανένα απολύτως αποτέλεσμα. Ο Έκτορας αδυνατούσε, όχι μόνο να σηκωθεί από το κρεβάτι, αλλά ακόμα και να κάνει μία προσπάθεια να σταματήσει τον ενοχλητικό του ήχο. Είναι καιρός τώρα που δεν έχει την παραμικρή διάθεση να κάνει οτιδήποτε. Δεν έχει το κουράγιο να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ξεκινήσει τη μέρα του με ζωντάνια και αισιοδοξία.
  Γιατί; Για ποιον λόγο να ζήσει μια ακόμα βαρετή και άνευ ουσίας μέρα; Μια μέρα χωρίς ενδιαφέρον που στο τέλος της θα αφήσει για άλλη μια φορά την πικρή γεύση του τίποτα; Είναι μήνες τώρα που αισθάνεται να βουλιάζει ολοένα και περισσότερο στην βαθιά θάλασσα της κατάθλιψης. Δεν μπορεί να βρει έναν, τουλάχιστον έναν, λόγο για να πάρει κουράγιο και να σταθεί στα πόδια του. Δεν υπάρχει κάτι που θα τον κάνει να δει τη ζωή με μια αισιόδοξη ματιά και θα τον ωθήσει να κάνει μια προσπάθεια να διορθώσει ή έστω να αφήσει πίσω του ότι κάνει ανυπόφορη την καθημερινότητά του. Φαίνονται όλα τόσο άσκοπα και τόσο ασήμαντα.
  Το ξυπνητήρι συνεχίζει την δουλειά του, την εκνευριστική δουλειά του, και δεν φτάνει μόνο αυτό! Από την πόρτα ακούγεται και η φωνή της μητέρας του.
-         Έκτορα, δεν το ακούς τόση ώρα που χτυπά; Ξύπνα επιτέλους! Πιο εύκολο είναι να ξυπνήσει η γειτονιά ολόκληρη με τον ήχο του παρά εσύ!
-         Άσε με ρε μάνα…

   Θέλει να φωνάξει, αλλά αντιθέτως απλώνει το χέρι του, κλείνει το ξυπνητήρι και σηκώνεται νωθρά από το κρεβάτι. Δεν μπορεί άλλωστε να κάνει διαφορετικά. Πρέπει να πάει στη δουλειά. Την μισεί την δουλειά του! Μισεί την ρουτίνα της! Μισεί τον τρόπο που όλα λειτουργούν σε αυτήν! Μισεί την… ζωή του!

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Κατάθλιψη είναι η ανικανότητα σύλληψης κάποιου μέλλοντος.
ΤΑΞΙΔΕΥΩ

ΤΑΞΙΔΕΥΩ,
ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΓΙ’ ΑΛΛΗ ΜΙΑ ΦΟΡΑ
ΤΗ ΛΗΣΜΟΝΙΑ ΓΥΡΕΥΩ
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΜΑΤΙΑ ΜΟΥ ΓΛΥΚΑ
ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΦΥΓΩ,
ΠΑΓΙΔΑ ΗΤΑΝ Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ
ΚΙ ΑΣ ΚΡΑΤΗΣΕ ΓΙΑ ΛΙΓΟ.
ΤΑΞΙΔΕΥΩ,
ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ ΝΑ ΒΡΩ
ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΣΑΝΩ ΛΙΓΟ.
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΠΙΚΡΗ
ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΞΕΦΥΓΩ,
ΦΩΤΙΑ ΗΤΑΝ ΤΑ ΧΑΔΙΑ ΣΟΥ
ΚΑΙ Μ’ ΕΚΑΨΑΝ ΣΑΝ ΦΥΛΛΟ.
ΤΑΞΙΔΕΥΩ,
ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΚΑΝΩ ΝΕΑ ΑΡΧΗ
ΚΑΙ ΝΑ ΧΑΝΑΓΑΠΗΣΩ.
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΠΙΚΡΕ ΜΟΥ ΕΡΩΤΑ
ΑΔΥΝΑΤΟ ΝΑ ΖΗΣΩ,
ΣΙΔΕΡΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ
ΚΑΙ ΜΕ ΚΡΑΤΑΝΕ ΠΙΣΩ.
ΤΑΞΙΔΕΥΩ,
ΜΑΚΡΙΑ ΣΟΥ ΝΑ ΒΡΩ ΠΑΡΗΓΟΡΙΑ
ΚΑΙ ΜΟΝΟΣ ΜΟΥ ΝΑ ΜΕΙΝΩ.
ΜΑ ΕΙΝΑΙ ΑΓΑΠΗ ΜΟΥ ΑΚΡΙΒΗ
ΔΥΣΚΟΛΟ ΝΑ ΤΟ ΚΑΝΩ,
ΦΑΡΜΑΚΙ ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ
                                                               ΘΑ ΠΙΩ ΚΑΙ ΑΣ ΠΕΘΑΝΩ.

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Πέντε χρόνια τώρα ανεχόταν τα βίαια ξεσπάσματα του , γιατί φοβόταν , γιατί δεν είχε που να στραφεί , που να ζητήσει βοήθεια και , ναι , γιατί τον αγαπούσε! Τον αγαπούσε  και λάτρευε τόσο την μικρή Βιργινία που πίστευε πως έπρεπε να υπομένει τα πάντα για χάρη της. Άλλωστε όταν δεν είχε να αντιμετωπίσει τη ζήλεια του , όλα ήταν μια χαρά. Ήταν προστατευτικός , φρόντιζε να μην τους λείπει τίποτα , κοινωνικός και γλεντζές. Ένας σωστός οικογενειάρχης. Έτσι περνούσαν τα χρόνια , με την ελπίδα πως θα αλλάξουν τα πράγματα και πως επιτέλους θα βίωνε την θαλπωρή και την γαλήνη σε μια οικογένεια ενωμένη και αγαπημένη. Μάταια όμως! Τίποτα δεν άλλαζε και κάθε μέρα φαινόταν πιο βασανιστική , πιο αβέβαιη πιο αβάσταχτη.
   Χαμένη στις σκέψεις της, ξαφνιάστηκε ακούγοντας και πάλι την φωνή του.
«Στεφανία! Σου μιλάω , δεν ακούς; Πάλι βυθισμένη στις ανόητες σκέψεις σου είσαι μου φαίνεται!»
Τον κοίταξε στα μάτια και αμέσως διέκρινε και πάλι αυτήν την λάμψη που πάντα την φόβιζε. Αυτήν την αδιόρατη γυαλάδα στα μάτια του, που προμήνυε πάντα ένα βίαιο και παράλογο ξέσπασμα.
«Άντε, ανόητη, πάρε το μωρό πάλι.Δεν το ακούς που κλαίει; Ξύπνησε και δεν αντέχω τα κλαψουρίσματα του!»
          Το πήρε και πάλι στην αγκαλιά της και το κράτησε σφιχτά σαν να υπήρχε κίνδυνος κάποιος να της το αρπάξει και να εξαφανιστεί μαζί του! Δεν θα άντεχε κάτι τέτοιο! Τα παιδιά της ήταν όλη της η ζωή. Η μόνη της ελπίδα. Ο ένας και μοναδικός λόγος να κάνει κουράγιο και να αντέχει την μιζέρια μέσα στην οποία ζούσε!
          «Που είναι καλέ το αγγελούδι μας: Που είναι το μωρό:» Μια τσιριχτή φωνή ακούστηκε ταυτόχρονα με το άνοιγμα της πόρτας και ένα συνονθύλευμα άλλων φωνών , σαν βουητό απο σμήνος μελισσών, εισέβαλε ακάλεστο μέσα στο δωμάτιο! Πρόσωπα τόσο οικεία μα και τόσο ξένα ταυτόχρονα! Αγκαλιές , φιλιά, ανόητα χαχανητά , ένα τσούρμο που μετά βίας χωρούσε στον μικρό και αποπνικτικό πια θάλαμο. Το σόι!
         «Στεφανία μου, γλυκό μου κοριτσάκι, να σας ζήσει! Που είναι το πουλάκι μου?» ακούστηκε για άλλη μια φορά η τσιριχτή φωνή σαν να μην μπορούσε να διακρίνει την μικροσκοπική φιγούρα στην αγκαλιά της Στεφανίας! Η θεία Ερασμία όρμησε προς το μέρος του μωρού και ήταν το ίδιο ενοχλητική με την διαπεραστική φωνή της, αλλά και τόσο καλή που σου ήταν δύσκολο να της αρνηθείς το παραμικρό. Άρπαξε το μωρό χωρίς δεύτερη κουβέντα από την αγκαλιά της έκπληκτης μητέρας και άρχισε να το φιλά και να το γυρνάει μέσα στο δωμάτιο, επιδεικνύοντας το στους υπόλοιπους σαν να ήταν το πιο πολύτιμο λάφυρο της! «Μα τι όμορφο μωρό είναι αυτό! Τι αγγελούδι!» έλεγε  ξανά κα ξανά δίνοντας την εντύπωση ότι δεν είχε ξαναδεί μωρό. Όμως έτσι ήταν πάντα η θεία Ερασμία… Η υπερβολή προσωποποιημένη.
         «Έλα θεία, δώσε το μωρό στη Στεφανία. Δεν βλέπεις ότι το ταλαιπωρείς;» είπε με κάπως απότομο τρόπο ο Περικλής και αμέσως το βλέμμα της θείας Ερασμίας καρφώθηκε πάνω του. Ένα βλέμμα τόσο θυμωμένο, τόσο υποτιμητικό μα και τόσο αδιάφορο ταυτόχρονα. Γύρισε προς την Στεφανία χωρίς να πει το παραμικρό και της έδωσε το παιδί και στη συνέχεια τους αγκάλιασε και τους δυο τόσο σφιχτά λες και δεν θα τους ξανάβλεπε ποτέ πια.
                   Ένας ένας με την σειρά τους πέρασαν οι υπόλοιποι συγγενείς για να ευχηθούν και αποχώρησαν μέχρι που στο δωμάτιο απόμειναν οι γονείς του ζευγαριού μαζί με την μικρή Βιργινία, που όλη αυτήν την ώρα παρατηρούσε αμίλητη από μακριά τον μικρό της αδερφό. Διστακτικά πλησίασε την μητέρα της και αφού της έδωσε ένα γλυκό φιλί , έστρεψε το πρόσωπό της προς το μικροσκοπικό πλασματάκι, του έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και ταυτόχρονα σχεδόν ψέλλισε  «Καλώς όρισες μικρέ μου αδελφούλη! Σ’ αγαπώ».
        Η Στεφανία δάκρυσε μόλις άκουσε τα τρυφερά αυτά λόγια από την μικρή της κόρη κι έστρεψε το βλέμμα της προς τον Περικλή. Ένα βλέμμα που έκρυβε μια κραυγή μέσα στην έντασή του. Μια κραυγή γεμάτη πόνο, απόγνωση, απογοήτευση μα και ελπίδα πως ίσως στο εξής τα πράγματα να ήταν καλύτερα για την οικογένειά της. Ίσως ο ερχομός του μωρού να άλλαζε την συμπεριφορά του Περικλή.

         «Πάω να πάρω έναν καφέ» είπε ο Περικλής και γύρισε προς την πόρτα. Λίγο πριν βγει από το δωμάτιο κοντοστάθηκε, γύρισε προς την Ερασμία και την κοίταξε με ένα βλέμμα μακρινό και παγωμένο. Η Σταφανία κατάλαβε για μια ακόμα φορά πως τίποτα δεν επρόκειτο να αλλάξει. Έσφιξε στην αγκαλιά της το μωρό και την μικρή Βιργινία κι ένα δάκρυ κύλισε στο μάγουλό της.